Παρατηρείται σημαντικό χάσμα ανάμεσα στο πραγματικό κόστος και σε εκείνο που αποτυπώνεται στις επίσημες αναφορές
Δύο μήνες μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, οι πραγματικές διαστάσεις του κόστους του πολέμου έχουν πλέον καταστεί σαφέστερες.
Από δισεκατομμύρια δολάρια σε ημερήσια βάση έως τρισεκατομμύρια σε συνολικό χρέος, η οικονομική επιβάρυνση της σύγκρουσης υπερβαίνει κατά πολύ τις αρχικές προσδοκίες.
Δύο μήνες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, έχει διαμορφωθεί μια πιο ακριβής εικόνα του πραγματικού κόστους.
Πρόκειται για μια εικόνα που αναδεικνύει ένα σημαντικό χάσμα ανάμεσα στις αρχικές εκτιμήσεις και την πραγματικότητα επί του πεδίου.
Σε αντίθεση με τις πρώτες προβλέψεις, οι οποίες έκαναν λόγο για έναν σύντομο και σχετικά χαμηλού κόστους πόλεμο, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι δαπάνες αυξήθηκαν ραγδαία, φτάνοντας σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από τα αναμενόμενα.
Σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες, το άμεσο κόστος του πολέμου εκτιμάται κατά μέσο όρο σε περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια ημερησίως.
Το ποσό αυτό περιλαμβάνει κυρίως εμφανείς δαπάνες, όπως στρατιωτικές επιχειρήσεις, καύσιμα, μετακινήσεις στρατευμάτων και υλικοτεχνική υποστήριξη.
Σαφές δείγμα αστοχίας
Κατά τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, η αρχική εκτίμηση ανερχόταν σε 11,3 δισεκατομμύρια δολάρια, ωστόσο σε σύντομο χρονικό διάστημα αυξήθηκε σε τουλάχιστον 16 δισεκατομμύρια δολάρια — ένα σαφές δείγμα της αστοχίας των αρχικών υπολογισμών.
Ένας από τους βασικότερους παράγοντες αύξησης του κόστους είναι η συντήρηση βαρέος στρατιωτικού εξοπλισμού.
Ενδεικτικά, η λειτουργική υποστήριξη ενός αεροπλανοφόρου ανέρχεται περίπου στα 300.000 δολάρια ημερησίως.
Το ποσό αυτό αφορά αποκλειστικά τη διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και δεν περιλαμβάνει το πλήρες λειτουργικό κόστος.
Με δεδομένη την παρουσία πολλαπλών πλοίων και συναφούς εξοπλισμού στην περιοχή, το συνολικό ύψος των σχετικών δαπανών αυξάνεται εκθετικά.
Παράλληλα, παρατηρείται σημαντικό χάσμα ανάμεσα στο πραγματικό κόστος και σε εκείνο που αποτυπώνεται στις επίσημες αναφορές.
Το λεγόμενο «επιχειρησιακό και λογιστικό χάσμα» περιλαμβάνει δαπάνες όπως συνεχείς επισκευές, απόσβεση εξοπλισμού, τεχνική υποστήριξη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη δυνάμεων, οι οποίες συχνά δεν καταγράφονται πλήρως στα επίσημα στατιστικά στοιχεία.
Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι το αυξανόμενο κόστος αντικατάστασης στρατιωτικού υλικού.
Πολλά περιουσιακά στοιχεία εξακολουθούν να αποτιμώνται λογιστικά με βάση παλαιότερες τιμές, ενώ στην πράξη η αντικατάστασή τους κοστίζει έως και διπλάσια.
Για παράδειγμα, ένα μαχητικό αεροσκάφος που στο παρελθόν κόστιζε περίπου 38 εκατομμύρια δολάρια σήμερα απαιτεί σχεδόν 70 εκατομμύρια για την αντικατάστασή του.
Αντίστοιχα, οι πύραυλοι Tomahawk, των οποίων το κόστος ανερχόταν σε περίπου 3,5 εκατομμύρια δολάρια, πλέον κυμαίνονται μεταξύ 4 και 5 εκατομμυρίων.
Αμυντικά συστήματα όπως τα Patriot κοστολογούνται επίσης σε αρκετά εκατομμύρια δολάρια ανά μονάδα.
«Aσυμμετρία κόστους»
Από την άλλη πλευρά, η «ασυμμετρία κόστους» έχει αναδειχθεί σε μια σοβαρή πρόκληση.
Στο πλαίσιο αυτό, ένα drone αξίας περίπου 30.000 δολαρίων μπορεί να αποτελέσει απειλή που αντιμετωπίζεται με έναν πύραυλο κόστους έως και 4 εκατομμυρίων δολαρίων.
Αυτή η τεράστια διαφορά καθιστά ακόμη και περιορισμένες συγκρούσεις εξαιρετικά δαπανηρές.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το κόστος του πολέμου διογκώνεται ακόμη περισσότερο.
Οι υποχρεώσεις προς τους βετεράνους ανέρχονται περίπου στα 7,3 τρισεκατομμύρια δολάρια, εκ των οποίων σχεδόν το 37% αφορά επιδόματα αναπηρίας.
Το γεγονός αυτό ασκεί διαρκή πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς και αναμένεται να συνεχίσει να το κάνει για πολλά χρόνια.
Παράλληλα, ο πόλεμος χρηματοδοτείται μέσω της αύξησης του εθνικού χρέους. Σήμερα, περίπου το 15% του συνολικού ομοσπονδιακού προϋπολογισμού κατευθύνεται στην πληρωμή τόκων.
Αυτό καταδεικνύει ότι το κόστος του πολέμου δεν περιορίζεται στο πεδίο της μάχης, αλλά διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία μέσω της χρηματοοικονομικής δομής του κράτους.
Συνολικά, ο συνδυασμός των καθημερινών άμεσων δαπανών, της συντήρησης εξοπλισμού, της αύξησης του κόστους αντικατάστασης, των ασυμμετριών κόστους και των μακροπρόθεσμων υποχρεώσεων, όπως οι παροχές προς τους βετεράνους και οι τόκοι του χρέους, υποδηλώνει ότι το πραγματικό κόστος αυτού του πολέμου ενδέχεται να φτάσει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια.
Μια τέτοια εξέλιξη θα ασκούσε έντονη οικονομική πίεση και οι συνέπειές της θα ήταν αισθητές για πολλές επόμενες γενιές.
www.bankingnews.gr
Από δισεκατομμύρια δολάρια σε ημερήσια βάση έως τρισεκατομμύρια σε συνολικό χρέος, η οικονομική επιβάρυνση της σύγκρουσης υπερβαίνει κατά πολύ τις αρχικές προσδοκίες.
Δύο μήνες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, έχει διαμορφωθεί μια πιο ακριβής εικόνα του πραγματικού κόστους.
Πρόκειται για μια εικόνα που αναδεικνύει ένα σημαντικό χάσμα ανάμεσα στις αρχικές εκτιμήσεις και την πραγματικότητα επί του πεδίου.
Σε αντίθεση με τις πρώτες προβλέψεις, οι οποίες έκαναν λόγο για έναν σύντομο και σχετικά χαμηλού κόστους πόλεμο, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι δαπάνες αυξήθηκαν ραγδαία, φτάνοντας σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από τα αναμενόμενα.
Σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες, το άμεσο κόστος του πολέμου εκτιμάται κατά μέσο όρο σε περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια ημερησίως.
Το ποσό αυτό περιλαμβάνει κυρίως εμφανείς δαπάνες, όπως στρατιωτικές επιχειρήσεις, καύσιμα, μετακινήσεις στρατευμάτων και υλικοτεχνική υποστήριξη.
Σαφές δείγμα αστοχίας
Κατά τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, η αρχική εκτίμηση ανερχόταν σε 11,3 δισεκατομμύρια δολάρια, ωστόσο σε σύντομο χρονικό διάστημα αυξήθηκε σε τουλάχιστον 16 δισεκατομμύρια δολάρια — ένα σαφές δείγμα της αστοχίας των αρχικών υπολογισμών.
Ένας από τους βασικότερους παράγοντες αύξησης του κόστους είναι η συντήρηση βαρέος στρατιωτικού εξοπλισμού.
Ενδεικτικά, η λειτουργική υποστήριξη ενός αεροπλανοφόρου ανέρχεται περίπου στα 300.000 δολάρια ημερησίως.
Το ποσό αυτό αφορά αποκλειστικά τη διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και δεν περιλαμβάνει το πλήρες λειτουργικό κόστος.
Με δεδομένη την παρουσία πολλαπλών πλοίων και συναφούς εξοπλισμού στην περιοχή, το συνολικό ύψος των σχετικών δαπανών αυξάνεται εκθετικά.
Παράλληλα, παρατηρείται σημαντικό χάσμα ανάμεσα στο πραγματικό κόστος και σε εκείνο που αποτυπώνεται στις επίσημες αναφορές.
Το λεγόμενο «επιχειρησιακό και λογιστικό χάσμα» περιλαμβάνει δαπάνες όπως συνεχείς επισκευές, απόσβεση εξοπλισμού, τεχνική υποστήριξη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη δυνάμεων, οι οποίες συχνά δεν καταγράφονται πλήρως στα επίσημα στατιστικά στοιχεία.
Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι το αυξανόμενο κόστος αντικατάστασης στρατιωτικού υλικού.
Πολλά περιουσιακά στοιχεία εξακολουθούν να αποτιμώνται λογιστικά με βάση παλαιότερες τιμές, ενώ στην πράξη η αντικατάστασή τους κοστίζει έως και διπλάσια.
Για παράδειγμα, ένα μαχητικό αεροσκάφος που στο παρελθόν κόστιζε περίπου 38 εκατομμύρια δολάρια σήμερα απαιτεί σχεδόν 70 εκατομμύρια για την αντικατάστασή του.
Αντίστοιχα, οι πύραυλοι Tomahawk, των οποίων το κόστος ανερχόταν σε περίπου 3,5 εκατομμύρια δολάρια, πλέον κυμαίνονται μεταξύ 4 και 5 εκατομμυρίων.
Αμυντικά συστήματα όπως τα Patriot κοστολογούνται επίσης σε αρκετά εκατομμύρια δολάρια ανά μονάδα.
«Aσυμμετρία κόστους»
Από την άλλη πλευρά, η «ασυμμετρία κόστους» έχει αναδειχθεί σε μια σοβαρή πρόκληση.
Στο πλαίσιο αυτό, ένα drone αξίας περίπου 30.000 δολαρίων μπορεί να αποτελέσει απειλή που αντιμετωπίζεται με έναν πύραυλο κόστους έως και 4 εκατομμυρίων δολαρίων.
Αυτή η τεράστια διαφορά καθιστά ακόμη και περιορισμένες συγκρούσεις εξαιρετικά δαπανηρές.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το κόστος του πολέμου διογκώνεται ακόμη περισσότερο.
Οι υποχρεώσεις προς τους βετεράνους ανέρχονται περίπου στα 7,3 τρισεκατομμύρια δολάρια, εκ των οποίων σχεδόν το 37% αφορά επιδόματα αναπηρίας.
Το γεγονός αυτό ασκεί διαρκή πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς και αναμένεται να συνεχίσει να το κάνει για πολλά χρόνια.
Παράλληλα, ο πόλεμος χρηματοδοτείται μέσω της αύξησης του εθνικού χρέους. Σήμερα, περίπου το 15% του συνολικού ομοσπονδιακού προϋπολογισμού κατευθύνεται στην πληρωμή τόκων.
Αυτό καταδεικνύει ότι το κόστος του πολέμου δεν περιορίζεται στο πεδίο της μάχης, αλλά διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία μέσω της χρηματοοικονομικής δομής του κράτους.
Συνολικά, ο συνδυασμός των καθημερινών άμεσων δαπανών, της συντήρησης εξοπλισμού, της αύξησης του κόστους αντικατάστασης, των ασυμμετριών κόστους και των μακροπρόθεσμων υποχρεώσεων, όπως οι παροχές προς τους βετεράνους και οι τόκοι του χρέους, υποδηλώνει ότι το πραγματικό κόστος αυτού του πολέμου ενδέχεται να φτάσει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια.
Μια τέτοια εξέλιξη θα ασκούσε έντονη οικονομική πίεση και οι συνέπειές της θα ήταν αισθητές για πολλές επόμενες γενιές.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών